NEIL YOYNG….Ενας ηγέτης της σύγχρονης μουσικής

Από τον Γιάννη Πετρίδη

Μεγάλη εντύπωση μου προκάλεσε μία αναφορά του Bob Dylan στον Neil Young, σε μία σχετικά πρόσφατη συνέντευξη που έδωσε στο μουσικό περιοδικό Rolling Stone.

Δεν έχουμε συνηθίσει σε τέτοιου ύφους δηλώσεις από καλλιτέχνες της εμβέλειας και της αξίας του Dylan, ο οποίος στη συνέντευξη που έδωσε για το περιοδικό, είπε ότι ταξίδεψε στο Τορόντο και αναζήτησε την πόλη Winnepeg, όπου μεγάλωσε ο Neil Young μετά τον χωρισμό των γονιών του, όταν ήταν 12 ετών, μόνο και μόνο για να δεί τα τοπία που έβλεπε από το παράθυρό του όταν ήταν νεαρός και άγνωστος ο μεγάλος καναδός τραγουδοποιός, ο οποίος σημειωτέον είναι, σύμφωνα με τους ειδικούς, επηρεασμένος από τη μουσική του Dylan.

Η αλήθεια είναι ότι η πορεία του Neil Young στη μουσική είναι τόσο σημαντική, ώστε είναι λογικό να αναζητήσει κανείς οτιδήποτε έχει σχέση με την εξέλιξή του και τις ενδεχόμενες πηγές που τον έχουν εμπνεύσει όλα αυτά τα χρόνια, που πλησιάζουν τον μισό αιώνα.

Υπάρχουν βέβαια και άλλοι καλλιτέχνες που έχουν στην εποχή μας μεγάλη σε χρονική διάρκεια συμμετοχή στα μουσικά πράγματα, ο Young όμως είναι από αυτούς που ξεχωρίζουν, γιατί κάθε νέο του άλμπουμ καταφέρνει, ανεξαρτήτως του αν είναι τόσο καλό όσο τα παλαιότερα, να απασχολεί τα μουσικά περιοδικά και γενικά το σύνολο του Τύπου, σαν να πρόκειται για άλμπουμ που κυκλοφόρησε ένας 20χρονος νέος δημιουργός.

Διανύοντας την πέμπτη καλλιτεχνική δεκαετία του, ο Young έχει κατά καιρούς πειραματιστεί με διάφορα είδη μουσικής, όπως το swing, η τζαζ, τα μπλουζ, το ροκαμπίλι και η ηλεκτρονική μουσική, αλλά το ακουστικό και ηλεκτρικό κιθαριστικό ροκ είναι το είδος που έδειξε ότι αγαπάει περισσότερο, μέσα από τις ηχογραφήσεις του.

Πριν από περίπου έναν μήνα, κυκλοφόρησε σε 8 cd το Neil Young Archives-Vol. 1 (1963-1972), μια έκδοση με επιλεγμένα τραγούδια, που θα την ακολουθήσουν και άλλες που θα καλύπτουν όλο το φάσμα της καριέρας του, γιατί δεν είναι εύκολο να καλύψει κανείς, έστω και σε 8 cd, μία πορεία που αφορά κυκλοφορία σχεδόν 50 άλμπουμ, με υλικό και συμμετοχές σε τόσα πολλά συγκροτήματα, όπως αυτά στα οποία έχει συμμετάσχει κατά καιρούς ο Young.

Εκτός από τις προσωπικές του ηχογραφήσεις, στα 128 τραγούδια, από τα οποία τα 48 εκδόθηκαν για πρώτη φορά, περιλαμβάνονται και τραγούδια με τα συγκροτήματά του Crosby, Stills, Nash and Young και Buffalo Springfield.

Ηδη από το Γυμνάσιο είχε αρχίσει να παίζει σε διάφορα συγκροτήματα με φίλους του στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και τελειώνοντας επέστρεψε στο Τορόντο, όπου άρχισε να κάνει εμφανίσεις σε διάφορα μικρά κλαμπ, στα οποία κυριαρχούσε η μουσική φολκ, σ’ ένα αντίστοιχο μουσικό κίνημα με αυτό της Νέας Υόρκης στην ίδια περίοδο. Εκεί θα γνωρίσει τους μετέπειτα φίλους του Steve Stills, Richie Furay και Joni Mitchell, η οποία θα γράψει αργότερα το Circle Game επηρεασμένη από το Sugar Mountain του Neil Young.

Στο συγκρότημα των Mynah Birds είχε μαζί του τον μαύρο Rick James που στη δεκαετία του ’70 θα φτιάξει μερικά καταπληκτικά φανκ τραγούδια, όπως τα Superfreak και Give It Το Me. Με τη διάλυση του συγκροτήματος, ο Young και ο μπασίστας του γκρουπ Bruce Palmer αποφασίζουν να εγκαταλείψουν το Τορόντο και με την Pontiac του Young ταξίδεψαν στο Λος Αντζελες, όπου αναζήτησαν τους Steve Stills και Richie Furay και έφτιαξαν μαζί τους το συγκρότημα των Buffalo Springfield, που μαζί με τους Byrds ήταν αυτοί που με τον ήχο τους έβαλαν τις βάσεις για το λεγόμενο κάντρι ροκ, ένα είδος που για πολλά χρόνια θα παίξει σημαντικό ρόλο στη μουσική και οι προεκτάσεις του θα φτάσουν μέχρι και τις μέρες μας. Αρχικά το συγκρότημα είχε το όνομα Herd, αλλά για να μην τους μπερδεύουν με το βρετανικό συγκρότημα του Peter Frampton, λίγο πριν από την κυκλοφορία του πρώτου τους άλμπουμ, άλλαξαν το όνομά τους.

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία τους ήταν το For What It’s Worth και η περιοδεία που έκαναν με τους Byrds, βοήθησε στο να γίνουν γνωστοί σε όλη την Αμερική με το κάντρι-φολκ ροκ τους, όμως οι αρκετές μουσικές διαφορές που είχαν μεταξύ τους τα μέλη, οδήγησαν στη διάλυσή τους και ο Neil Young με τον Steve Stills ασχολήθηκαν με την προσωπική τους καριέρα. Ο Young θα κυκλοφορήσει τον Ιανουάριο του 1969 το πρώτο του προσωπικό άλμπουμ με τίτλο το όνομά του. Την ίδια χρονιά θα ηχογραφήσει μέσα σε 15 μέρες το δεύτερο άλμπουμ του Everybody Knows This Is Nowhere με το νέο συγκρότημά του, που αποτελούνταν από μουσικούς όπως ο κιθαρίστας Danny Whitten. Το συγκρότημα είχε το όνομα The Rockets και ο Young θα το αλλάξει σε Crazy Horse. Στο άλμπουμ αυτό υπάρχουν τρία από τα πιο γνωστά του τραγούδια, Cowgirl In The Sand, Cinnamon Girl και Down By The River.

Αυτός ο ξεχωριστός προσωπικός ήχος θα είναι ο πρόδρομος της έκρηξης του Grunge, που θα εμφανισθεί αρκετά χρόνια αργότερα με συγκροτήματα όπως οι Nirvana και οι Pearl Jam. Ετσι ο Neil Young ουσιαστικά έχει συμμετοχή στη δημιουργία ενός ακόμα μουσικού είδους μετά το κάντρι ροκ, ενώ θα είναι και αυτός που ουσιαστικά θα καθιερώσει τα ακουστικά κονσέρτα, τα οποία θα ονομασθούν Unplugged.

Με τον Stills θα συνεργαστεί λίγο αργότερα και στους Crosby, Stills, Nash and Young, συγκρότημα με το οποίο ο Young ηχογράφησε ένα μόνο στούντιο άλμπουμ, το Deja Vu, χωρίς να διακόψει την προσωπική του καριέρα, γιατί δεν ήθελε, όπως δήλωσε αργότερα, να κάνει αυτό που έκανε ο Joe Walsh με τους Eagles, δηλαδή να γίνει μόνιμο μέλος τους. Στη συνέχεια προέκυψε και το live Four Way Street.

Το 1970 θα κυκλοφορήσει το After The Goldrush, με τον 17χρονο τότε πιανίστα Nils Lofgren να παίζει σημαντικό ρόλο στην ηχογράφηση. Στο άλμπουμ αυτό υπήρχαν τα Southern Man, Only Love Can Break Your Heart, When You Dance You Can Really Love και Don’t Let It Bring You Down.

Το Harvest, που θα ακολουθήσει το 1972, θα φέρει τη μουσική του Neil Young σε κάθε γωνία του κόσμου και θα γίνει η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία του χάρη στο Heart Of Gold, αλλά θα περιλαμβάνει και άλλα αξέχαστα τραγούδια του, όπως τα Old Man, Are You Ready For The Country και The Needle and The Damage Done, που γράφτηκε για τον φίλο και κιθαρίστα των Crazy Horse, Danny Whitten, που ήταν ένα ακόμα θύμα της ηρωίνης.

Στη δεκαετία του ’70 συνέχισε να κυκλοφορεί καταπληκτικά άλμπουμ, όπως τα On The Beach (1974), Tonight’s The Night (1975), Zuma (1975), Comes Α Time (1978), Rust Never Sleeps, στο οποίο χωρίζει τις πλευρές των δίσκων σε ακουστικά και ηλεκτρικά ακούσματα, με το Out Of The Blue να είναι αφιερωμένο στον Johnny Rotten και τους Sex Pistols, και το Live Rust το 1979.

Στη δεκαετία του ’80 ηχογραφεί μία σειρά από ενδιαφέροντα άλμπουμ, αλλά κλείνει εντυπωσιακά με το Freedom, στο οποίο υπάρχει το Rockin’ In The Free World. Το ίδιο εντυπωσιακά ανοίγει και η δεκαετία του ’90 με δύο σημαντικά άλμπουμ, όπως τα Ragged Glory (1990) και Weld (1991). Ο Young θα συνεχίσει να είναι ιδαίτερα παραγωγικός σε όλη τη δεκαετία, κυκλοφορώντας εννέα ακόμα άλμπουμ, με ανάμεσά τους το πολύ καλό Unplugged.

Την ίδια τακτική θα ακολουθήσει και στη δεκαετία του ’90, κυκλοφορώντας και δύο άλμπουμ μέσα σε κάθε χρονιά, συχνά με ανέκδοτο παλιό υλικό.

Ενα άλλο κρυφό για πολλούς ταλέντο που έχει ο Young είναι η σκηνοθεσία, και με το ψευδώνυμο Bernard Shakey έχει σκηνοθετήσει ταινίες κυρίως σε ύφος ντοκιμαντέρ, όπως τα Journey Through The Past (1973), Rust Never Sleeps (1979), Human Highway (1982), Greendale (2003) και CSNY Deja Vu (2008).

Δεν είναι λίγοι αυτοί που ισχυρίζονται ότι ο Young υστερεί μόνο σε σύγκριση με τον Dylan από τους εν ζωή μουσικούς που έχουν επηρεάσει περισσότερο το σημερινό ροκ, και μάλλον έχουν δίκιο.

~ από uncutstr στο Οκτωβρίου 24, 2009.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: