«ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ»: Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ «ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ» ΣΕ ΚΟΜΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ…

«Ριζοσπάστης»: Πού είναι η ταξική εκμετάλλευση;

Την επομένη της επίσημης προβολής της ο «Ριζοσπάστης», σε ανυπόγραφο κείμενό του, ισχυρίστηκε ότι «παραποιεί την Ιστορία». «Η ταινία «Ψυχή βαθιά» με την έντονη συναισθηματική φόρτιση που τη διαπερνά, επιχειρεί να καταδικάσει τη βία γενικά, να εμφανίσει ως συνυπεύθυνους τον αγωνιζόμενο λαό, που δεν δέχτηκε να υποταχθεί στη νέα σκλαβιά, και τους εκμεταλλευτές του, που δεν ήθελαν ο λαός να χαράξει τη δική του πορεία και τον ματοκύλισαν μαζί με τους ιμπεριαλιστές. Μόνο που αυτά τα πράγματα δεν συμφιλιώνονται και δεν θα συμφιλιωθούν ποτέ όσο υπάρχει ταξική εκμετάλλευση».

Είχε προηγηθεί στην ίδια εφημερίδα εκτενέστατο άρθρο (8/10) της Τζίας Γιοβάνη (πτυχιούχου του τμήματος Ιστορίας-Θεωρίας και Αισθητικής Κινηματογράφου του Πανεπιστημίου της Στοκχόλμης) με τίτλο «»Ψυχή βαθιά» και η …αλήθεια πέρα». Επιχειρηματολογώντας για το «πολιτικό-ιδεολογικό κενό αέρος» του Βούλγαρη γράφει: «Πανέξυπνα συνθέτει προσωπογραφίες μεμονωμένων «λησμονημένων θυμάτων» του ΔΣΕ και όχι συλλογικά πορτρέτα είτε μιας ομάδας ή του συνόλου των ομάδων των ανταρτών. Στο στόμα των όχι τόσο νεαρών ηλικιακά στελεχών του ΔΣΕ βάζει ξεκάρφωτες αποφθεγματικές φράσεις «Πού είναι οι Σοβιετικοί σύντροφοι; Το Κρεμλίνο θα έχει πολλούς διαδρόμους…», λόγια που παραπέμπουν ξεκάθαρα στις αντιδραστικές θεωρίες για το «μοίρασμα του κόσμου» (…) Λαμβάνοντας δε, υπόψη και τους φορείς που χρηματοδότησαν την παραγωγή της ταινίας απ’ τη μία, μεταξύ αυτών αρκετά υπουργεία, καθώς και τη συνταγή και τις δόσεις υλικών για άσφαιρα καλλιτεχνικά προϊόντα, θα τολμούσε κανείς να υποθέσει ότι δεν απέχει πολύ η ώρα που το συγκεκριμένο φιλμ θα συνιστά …υλικό εκπαιδευτικών προγραμμάτων για τη σύγχρονη ιστορία της χώρας»…

Αυγή»: Πού είναι οι κακοί;

Κι αν ο «Ριζοσπάστης» θεωρεί τη συμφιλίωση «άκρως επικίνδυνη θέση της νέας τάξης πραγμάτων», η «Αυγή» πώς υποδέχεται την ταινία;

«Εμφύλιος στο ολισθηρό έδαφος της μυθοπλασίας» είναι ο τίτλος της κριτικής του Κ. Τερζή. «Ο σκηνοθέτης θέτει εξ αρχής τα δύο στρατόπεδα σε κατάσταση «ισοτιμίας». Οχι απόλυτης. Αλλωστε, ενδεικτικά ο τίτλος είναι παρμένος από το σύνθημα των ανταρτών… Ομως σαφώς, η οπτική του δεν είναι με κάποια από τις δύο πλευρές αλλά ταυτίζεται με εκείνη της μάνας Ζαχαρούλας ή του τραγικού παππού που έχασε τον εγγονό του (Θανάσης Βέγγος), δύο χαρακτήρες που καλούνται να συνενώσουν τα διεστώτα (…) Ο Βούλγαρης γύρισε μια ταινία για έναν εμφύλιο, τον πιο άθλιο, τον πιο ανελέητο απ’όλους τους πολέμους χωρίς «κακούς»! Εκτός αν «κακοί» είναι μόνο οι ξένοι, και η αθωότητα των βασικών ηρώων σφραγίζει τελικά ολόκληρο το έθνος των Ελλήνων, που ακόμη και 60 χρόνια μετά πορεύεται χωρίς συναίσθηση της ιστορικής ευθύνης…».

Ο μη κομματικός Τύπος

«Ιστορική άγνοια βαθιά» καταλογίζουν και τα «Νέα» (Δ. Δανίκας). «Η αληθινή ιστορία είναι επεξεργασμένη με υποκειμενική, επιπόλαιη ερμηνεία και αισθητική μυωπία. (…) Οπου ο φακός περιορίζεται στο δράμα το προσωπικό, απογειώνεται το υλικό. Οπου το μαζικό και το ιστορικό, γκρεμίζεται η ταινία ολοσχερώς».

Στο «Βήμα» ο Γιάννης Ζουμπουλάκης δέχεται ότι ο Π. Βούλγαρης «δυσκολεύεται να μπήξει το μαχαίρι στο κόκαλο». «Περιμένεις να εντοπίσεις την άποψή του για τον Εμφύλιο. Και εκείνος πεισματικά δεν σου το επιτρέπει. Σε γενικές γραμμές φταίνε οι «ξένοι» (…) Και οι Ελληνες; Τίποτε; (…) Δεν περίμενα να δω μια ταινία όπου ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος θυμίζει επικίνδυνη κατασκήνωση.

Ο Π. Βούλγαρης», γράφει η «Καθημερινή» (Μαρία Κατσουνάκη), «αγγίζει τα τραύματα με προσοχή για να μη ματώσουν. Δεν αναψηλαφεί πληγές, τις θεωρεί δεδομένες. Οπου η αμηχανία τον κυκλώνει, καταφεύγει στην ποίηση της εικόνας, σε κινηματογραφικά στερεότυπα. Τα αντίπαλα χέρια που αγγίζουν το ένα το άλλο και το αναπάντητο ερώτημα «άραγε εμείς νικήσαμε» χορογραφεί το βάσανο, το νανουρίζει, αντί να το απογυμνώνει. Αυτό αναζητάμε 60 χρόνια μετά; Μπορεί και ναι».

«Ούτε αριστερά, ούτε δεξιά, ούτε καν στο κέντρο», γράφει η «Απογευματινή» (Νέστορας Πουλάκος). «Δεν αποστασιοποιείται με την κάμερά του ο Παντελής Βούλγαρης από την Ιστορία, αλλά τη γεμίζει με ανθρώπινο πόνο. Ο άνθρωπος είναι στο επίκεντρο, όχι οι παρατάξεις. Τόσο ο Εθνικός όσο και ο Δημοκρατικός Στρατός είναι φορείς ταλαιπωριών, κακουχιών, θανάτων. Πολλών θανάτων. (…) Οι παρατάξεις πυροβολούνται και ο άνθρωπος αποτελεί το θύμα τους»…

~ από uncutstr στο Οκτωβρίου 23, 2009.

Ένα Σχόλιο to “«ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ»: Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ «ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ» ΣΕ ΚΟΜΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ…”

  1. «Ψυχή βαθιά» στον «πόλεμο» που συνεχίζεται…

    Στη συγκυρία της παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής εκστρατείας για την «αναθεώρηση» της ιστορίας από τη σκοπιά των «νικητών» με παραποιήσεις και ψέματα, κάθε δημιουργός καλείται να αποφασίσει αν θα «παραδώσει τον άνθρωπο στις συγχύσεις και τις αυταπάτες, ή θα παραδώσει τον κόσμο στον άνθρωπο». Θα περίμενε κανείς ο Παντελής Βούλγαρης, ένας από τους σκηνοθέτες που άνοιξαν νέους θεματικούς και αισθητικούς ορίζοντες στον ελληνικό κινηματογράφο, να σηκώσει και πάλι το ανάστημά του απέναντι στη νέα και σφοδρότερη επίθεση των επικυρίαρχων κατά της ανθρωπότητας. Δυστυχώς με την τελευταία ταινία του «Ψυχή βαθιά», προσθέτει και τη δική του φωνή στα κηρύγματα της λαϊκής υποταγής και συμμόρφωσης.

    Η ταινία «Ψυχή βαθιά» πραγματεύεται το τελευταίο διάστημα του εμφύλιου στις βουνοκορφές του Γράμμου το 1949. Οι ήρωες είναι δύο αδέλφια τσοπανόπουλα, ο Ανέστης, 17 χρονών και ο 15χρονος Βλάσης – σύμβολα ενός γενικά «τυχαίου» κατά το σκηνοθέτη διχασμού του ελληνικού λαού – που επειδή γνωρίζουν τα περάσματα, βρέθηκαν ο πρώτος στις γραμμές του Εθνικού στρατού και ο δεύτερος του Δημοκρατικού.

    Μετά τις πρώτες σκηνές γίνεται φανερό ότι η ταινία παρακάμπτει το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο των γεγονότων που εξιστορεί. Περιγράφεται ένας πόλεμος και μάλιστα με εξαντλητικές για τη βία του λεπτομέρειες: ποιες οι αιτίες του, ποιος ο χαρακτήρας και ο σκοπός του, ποια κοινωνικά συμφέροντα εκπροσωπούν οι αντιμαχόμενες πλευρές; Ο σκηνοθέτης δηλώνει ότι δεν τον ενδιαφέρουν τέτοιου είδους θέματα, καθώς αποτελούν αντικείμενο των πολιτικών. Τον ίδιον απασχολεί η ανθρώπινη πλευρά αυτής της αδελφοκτόνας αιματοχυσίας. Λες και αυτή είναι έξω και ανεξάρτητη από την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα. Ωστόσο αναπότρεπτα το έργο κάνει πολιτική, εισχωρώντας μάλιστα στον ίδιο τον πυρήνα της: την ταξική πάλη. Το κεντρικό μήνυμα που από την αρχή ως το τέλος και με ομολογουμένως υψηλή αισθητική εκπέμπει σε διαφορετικές εντάσεις και αποχρώσεις, είναι το ανώφελο, ανέφικτο και ουτοπικό, αλλά συνάμα ζοφερό κι ολέθριο της κοινωνικής σύγκρουσης. Ακόμη κι αν αυτή, όπως στην περίπτωση του ένοπλου αγώνα του ΔΣΕ, είναι το αναπόφευκτο προϊόν της απροκάλυπτης βίας από το συνασπισμό της ντόπιας αστικής τάξης και των Αγγλοαμερικανών ιμπεριαλιστών κατά του ΕΑΜικού κινήματος για να εδραιώσουν την απειλούμενη εξουσία τους. «Ελληνες να σκοτώνουν Ελληνες;» αναφωνεί με ραγισμένη φωνή ο Θανάσης Βέγγος στο ρόλο ενός χωρικού που πηγαίνει στο αρχηγείο του τακτικού στρατού για να παραλάβει το σκοτωμένο στη μάχη από τους αντάρτες εγγονό του, σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές για το ιδεολογικο-πολιτικό στίγμα της ταινίας σκηνή.

    Στην κεντρική επιδίωξη της ταινίας να υποβάλει στο θεατή με συγκινησιακούς και συναισθηματικούς προπαντός όρους την ιδέα της «εθνικής ομοψυχίας», και την ανάγκη για «κατάργηση των διαχωριστικών γραμμών», υποτάσσεται και η ιστορική αλήθεια. Στην όλη απλοϊκή και ευθύγραμμη αντιμετώπιση του θέματος, ως «κακοί» προβάλλονται μόνον οι ξένοι και όχι όλοι (ο αγγλικός παράγοντας αποσιωπάται): Από τη μια οι Αμερικανοί απαιτούν γρήγορο ξεκαθάρισμα και από την άλλη οι Σοβιετικοί αφήνουν αβοήθητους τους αντάρτες να περιμένουν μάταια τον Κόκκινο Στρατό, μια ευθεία παραπομπή στη θεωρία των υπερδυνάμεων, που αυτές τελικά και όχι η λαϊκή πάλη καθορίζουν τις τύχες του κόσμου. Αντίθετα όλοι οι Ελληνες, θύτες και θύματα εξισωμένοι, τόσο ο λαός (αντάρτες και φαντάροι) όσο και πολιτικοί και στρατιωτικοί εκπρόσωποι της πλουτοκρατίας, είναι «καλοί» και γεμάτοι ανθρωπιά. Η πολιτική ηγεσία του τόπου παρουσιάζεται αμήχανη και απρόθυμη να πάρει θέση (ας όψονται το αιματοκύλισμα του λαού το Δεκέμβρη του ’44, οι συλλήψεις, οι φυλακίσεις, οι εκτελέσεις, οι εκτοπισμοί και οι στυγερές δολοφονίες των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης και των μελών του ΚΚΕ). Η ηγεσία του κυβερνητικού στρατού εμφανίζεται να αποφεύγει την αποφασιστική αναμέτρηση και να εξαναγκάζεται από τους Αμερικανούς στην τελική αιματηρή σύγκρουση με τη χρήση των βομβών Ναπάλμ. Οι συνθήκες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του ντόπιου πληθυσμού – μετά τη βίαιη εκκένωση των χωριών από τον τακτικό στρατό για να αποκοπούν οι αντάρτες από τα λαϊκά στηρίγματά τους – προβάλλονται ειδυλλιακές, με τη μάνα (Ελλάδα) να περιμένει τα δυο παιδιά της, τον Ανέστη και το Βλάση, ψήνοντας καλαμπόκι για τους φαντάρους.

    Σ’ αυτό το έδαφος ως αναμφισβήτητη αναδεικνύεται από την ταινία και η ηθική υπόσταση των ανταρτών με στοιχεία μάλιστα υπεροχής. Η αντάρτισσα Γιαννούλα αποστομώνει από το χωνί τον αξιωματικό του κυβερνητικού στρατού στο απέναντι χαράκωμα. Οι νεαροί μαχητές της ομάδας – που δεν πρόλαβαν να χαρούν τη ζωή – δε μετανιώνουν για την επιλογή τους μπροστά στους δικαστές και βαδίζουν περήφανα στο θάνατο. Οι κακουχίες δεν τους λυγίζουν, «τραγουδούν και πολεμούν» χωρίς τροφή, γιατρούς, υποδομές και κατορθώνουν όχι απλά να αντέχουν, αλλά και να νικούν, παρά τη συντριπτική υπεροπλία των αντιπάλων τους. Σ’ αυτόν τον άνισο αγώνα ηττήθηκαν, σύμφωνα με την ταινία, μόνον μετά τη χρήση των τρομερών βομβών Ναπάλμ, που για πρώτη φορά δοκιμάστηκαν στα βουνά του Γράμμου.

    Ποια δύναμη όμως όπλιζε τους αντάρτες με τέτοιον αφάνταστο ηρωισμό και αυτοθυσία, «τι φούντωνε τη θεϊκή ορμή τους;» όπως γράφει ο Αιμίλιος Βεάκης στο εξαίρετο ποίημά του με τον ομώνυμο τίτλο «Ψυχή βαθιά»; Να υποθέσουμε ότι είναι το παράτολμο της νιότης, το μίσος για τις βιαιότητες που διέπραξε και η αντίθετη πλευρά, το ξεμυάλισμα των ανήλικων χωριατόπαιδων από τους «αιθεροβάμονες ή τυχοδιώκτες» κομμουνιστές; Πληθώρα τέτοιων απαντήσεων μπορεί να αντλήσει κανείς μέσα από την ταινία. Η μόνη απάντηση που λείπει, είναι η αληθινή: Οτι δηλαδή οι αγωνιστές του ΔΣΕ έγραψαν αυτή την τρίχρονη εποποιία ψυχωμένοι από τη δύναμη της επαναστατικής τους ιδεολογίας, από το ιδανικό ενός καινούριου κόσμου, μιας ανώτερης ανθρώπινης κοινωνίας, χωρίς πολέμους, στερήσεις και εκμετάλλευση.

    Η αγάπη για την πατρίδα του λαού και όχι των αστών, για τόν ίδιο το Λαό, ο λαϊκοδημοκρατικός πατριωτισμός ήταν η ιδεολογία του ΔΣΕ, αντιιμπεριαλιστικός-διεθνιστικός, για τη λαϊκή εξουσία, ήταν ο χαρακτήρας της πάλης του. Τα στρατιωτικοπολεμικά κατορθώματά του προκαλούν μέχρι σήμερα το θαυμασμό ακόμη και αντιπάλων, γιατί ήταν ένας αληθινός λαϊκός επαναστατικός στρατός, από τους πιο δυναμικούς στον κόσμο, με στρατιωτική και πολιτική εκπαίδευση και οργάνωση και όχι ομάδες από γυναικόπαιδα, που συμπτωματικά βρέθηκαν στη φωτιά των χαρακωμάτων, όπως διαφαίνεται στην ταινία. Τα βήματα των μαχητών του καθοδηγούσαν οι μεγάλες αγωνιστικές παρακαταθήκες που άφησε η ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση στη συνείδηση του λαού, μαζί και των νέων ακόμη και των ανήλικων, αφού κι αυτοί μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ ήταν αξεχώριστο κομμάτι του αγώνα «για μια ζωή ελεύθερη κι ωραία». Αυτή τη νέα ζωή οι μαχητές του ΔΣΕ δεν την είχαν ζήσει μόνο στη φαντασία τους. Είχαν αγγίξει χειροπιαστά το όνειρό τους, την εξουσία του λαού, στην Ελεύθερη Ελλάδα. Γι’ αυτό και γνώριζαν καλά για ποιο σκοπό πολεμούσαν. Ούτε μετάνιωσαν, ούτε τρελοί από τον πόνο ή τις τύψεις για το χαμό των συντρόφων τους παραδόθηκαν, όπως ο ήρωας της ταινίας Καπετάν Ντούρλας, σε μια από τις τελευταίες σκηνές της. Αντίθετα, προτιμούσαν το θάνατο από την αιχμαλωσία, όπως οι τρεις αντάρτες που έχοντας ξοδέψει στη μάχη και το τελευταίο τους βόλι, έπεσαν από την τρομερή κορυφή «Χάρος» στο ύψωμα Κοτύλι του Γράμμου. Αυτό το μεγαλείο της πάλης του ανθρώπου για την απελευθέρωσή του από κάθε είδους καταναγκασμό, που καμιά δύναμη, κανένας στρατός δεν μπορεί να την ανακόψει, αυτό που τελικά αποτελεί την πεμπτουσία της ανθρώπινης υπόστασης, το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης, την κινητήρια δύναμη της ιστορίας, παραλείπεται μεγαλόφωνα από μια ταινία που φιλοδοξεί να είναι «ανθρωποκεντρική». Με λίγα λόγια το περιεχόμενό της βρίσκεται σε πλήρη αναντιστοιχία με τον τίτλο της. Γιατί «βαθιά ψυχή» είναι η επαναστατική ψυχή.

    Ομως πράγματι χρειάζεται πολύ θάρρος, χρειάζεται «ψυχή βαθιά» για να παραδεχτεί κανείς στις μέρες μας πως ο πόλεμος αυτός χάθηκε, όχι επειδή οι νικημένοι δεν είχαν το δίκιο με το μέρος τους, αλλά επειδή δεν ήταν έγκαιρα έτοιμοι για να νικήσουν. Και αν αυτή την ψυχή οι περισσότεροι από τους μεγάλους δημιουργούς μας την έχουν χάσει μέσα στο σημερινό συντριπτικό συσχετισμό δυνάμεων, θα τη φέρει και σ’ αυτούς η λαϊκή πάλη, που με καινούριους μαχητές και μαχήτριες συνεχίζει την πορεία της, βέβαιη πως θα ‘ρθει εκείνη η ώρα, που η ιστορία θα δικαιώσει τα ιδανικά, τους σκοπούς και τη θυσία των αγωνιστών του ΔΣΕ.

    M.A.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: