SARAH VAUGHAN…Η σύγχρονη τζαζ τής χρωστάει πολλά…

Από τον Γιάννη Πετρίδη

Παρακολουθώντας κανείς την πορεία της Sarah Vaughan, είναι εύκολο να διαπιστώσει, ακούγοντας τους δίσκους της, το πόσο αναλλοίωτη παρέμεινε η φωνή της στο πέρασμα του χρόνου.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’40, όταν ακόμη ήταν νεαρό κορίτσι 19 χρόνων και τραγουδούσε συνοδεύοντας τον πιανίστα Earl Hines, μέχρι τη δεκαετία του ’50, που έκανε εμφανή την παρουσία της με πολλές πετυχημένες εμφανίσεις και ηχογραφήσεις, φτάνουμε στη δεκαετία του ’70 χωρίς να αλλάξει στο ελάχιστο το μέταλλο της φωνής της, που αποτελεί ακόμη ένα όργανο στα χέρια του κάθε απαιτητικού διευθυντή ορχήστρας στον χώρο της τζαζ και όχι μόνο, αφού είχε τη δυνατότητα να προσαρμόζει τη φωνή της σε κάθε μουσικό είδος.

Οπως οι φίλοι του ροκ ακόμα ερίζουν για το ποιος είναι καλύτερος μεταξύ των Beatles και Rolling Stones, οι φίλοι της τζαζ χωρίζονται σ’ αυτούς που προτιμούν κάποια μεταξύ των Billy Holiday, Ella Fitzgerald και Sarah Vaughan.

Η Sarah Vaughan είχε το χάρισμα της δυνατότητας να αναδεικνύει οποιοδήποτε τραγούδι ερμήνευε και να μετατρέπει ακόμα και το πιο αδιάφορο, σε σημαντικό.

Η δισκογραφία της περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό δίσκων συμβάλλοντας τα μέγιστα στη δημιουργία αυτού που αποκαλούμε σύγχρονη τζαζ, και αυτό παρότι συχνά ηχογραφούσε και τραγούδια που ανήκαν στον χώρο της ποπ. Πάντα όμως τη συνόδευε ένα τζαζ τρίο και επανερχόταν στην τζαζ σε όλα τα χρόνια που δραστηριοποιήθηκε στο τραγούδι.

Δεν είναι εύκολο για τους μεταγενέστερους να συνειδητοποιήσουν τη σημασία που έπαιξε ο κάθε καλλιτέχνης στις μουσικές εξελίξεις της εποχής του, υπάρχει όμως μία αόρατη αλυσίδα, η οποία, ειδικά στον χώρο της τζαζ, ενώνει τις φωνές τραγουδιστριών όπως οι Ella Fitzgerald, Billie Holiday, Sarah Vaughan, Carmen McRae και Nina Simone σε μια αλληλένδετη σχέση, με τη μία να μεταφέρει διαδοχικά στην άλλη τη δύναμη της ερμηνείας της και να διαιωνίζει έτσι τη μαγεία που προκάλεσε η φωνή τους με το πρώτο κιόλας άκουσμα.

Η Sarah Lois Vaughan γεννήθηκε στο Newark του Νιου Τζέρσεϊ στις 27 Μαρτίου του 1924 και όπως συμβαίνει συνήθως με όλα τα μεγάλα ταλέντα, άρχισε να μαθαίνει πιάνο από την ηλικία των 7 ετών, ενώ σε ηλικία 12 ετών τραγουδούσε και έπαιζε όργανο σε εκκλησία της περιοχής της. Οι γκόσπελ μελωδίες που τραγουδούσε στην εκκλησία θα επηρεάσουν αρκετά την καριέρα της στη συνέχεια.

Οταν ήταν 18 ετών αποφάσισε να συνοδεύσει στη Νέα Υόρκη τη φίλη της Doris Robinson που πήρε μέρος σε διαγωνισμό τραγουδιού στο θέατρο Apollo στο Χάρλεμ. Η Sarah έπαιξε πιάνο σ’ αυτόν τον διαγωνισμό συνοδεύοντας τη φίλη της Doris, αλλά αποφάσισε δύο χρόνια αργότερα να πάρει και η ίδια μέρος στον διαγωνισμό ως τραγουδίστρια. Ετσι ήλθε και η πρώτη αναγνώριση για το ταλέντο της, όταν τραγούδησε το Body and Soul κερδίζοντας το πρώτο βραβείο και μαζί την εκτίμηση του τραγουδιστή Billy Eckstine, ο οποίος μεσολάβησε για να την προσλάβει ο πιανίστας Earl Hines στο συγκρότημά του, όταν την παρακολούθησε το 1943 να ανοίγει για μία εβδομάδα τις εμφανίσεις της Ella Fitzgerald στο Apollo. Οταν το 1944 ο Eckstine έφτιαξε τη δικιά του μπάντα, πήρε την 20χρονη τότε Sarah Vaughan μαζί του.

Από το 1944 μέχρι το 1947 σ’ αυτή την πρωτοποριακή μπάντα, που ήταν από τις πρώτες στην κίνηση της bebop, έπαιξαν ονόματα όπως οι Charlie Parker, Dizzy Gillespie, Art Blakey, Budd Johnson και Miles Davis. Αυτές οι συνεργασίες, που έλαβαν χώρα σε μια περίοδο που είχε αρχίσει να υποχωρεί το φαινόμενο της εποχής του σουίνγκ, χάρισαν αρκετές εμπειρίες στη νεαρή τραγουδίστρια, η οποία είχε την ευκαιρία να συνεργασθεί με μερικούς από τους πιο ταλαντούχους μουσικούς της εποχής, που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη συνέχεια.

Αν και τραγουδίστρια, η πρώτη συμμετοχή της σε δίσκο ήταν ως πιανίστρια στην μπάντα του Dizzy Gillespie. Στη συνέχεια ηχογράφησε τα πρώτα της τραγούδια και παρά το γεγονός ότι άρχισαν να παίζονται στο ραδιόφωνο, η Sarah συνέχισε να συμμετέχει σε ηχογραφήσεις τζαζ μουσικών, όπως οι Dizzy Gillespie, Charlie Parker, Lennie Tristano, Clifford Brown, Herbie Mann κ.ά.

Στην περίοδο 1947-48 θα ηχογραφήσει τις δικιές της πετυχημένες ερμηνείες σε γνωστά τραγούδια της εποχής, όπως τα Tenderly, Nature Boy -λόγω της απεργίας των μουσικών στην περίοδο της ηχογράφησης, τη Sarah συνόδευσε μόνο μία χορωδία, χωρίς τη συμμετοχή μουσικών οργάνων- και It’s Magic, που ήταν παράλληλα επιτυχία για την Doris Day, έχοντας έτσι παρουσία στον κατάλογο επιτυχιών και κερδίζοντας αρκετούς νέους φίλους.

Η συνεχής βράβευσή της από το περιοδικό Downbeat για την περίοδο 1947-1952, παράλληλα με την αποδοχή από το κοινό των πρώτων της τραγουδιών οδήγησαν στην υπογραφή νέου συμβολαίου με την εταιρεία Mercury, για την οποία θα ηχογραφήσει μερικές από τις μεγαλύτερες ποπ επιτυχίες στην καριέρα της, όπως τα Broken Hearted Melody, Make Yourself Comfortable, How Important Can It Be με την ορχήστρα του Count Basie, Whatever Lola Wants, The Banana Boat Song και Misty. Επίσης θα ξανασυνεργασθεί με τον Bily Eckstine στην επιτυχία τους Passing Strangers.

Το 1949 θα υπογράψει με την εταιρεία Columbia, για την οποία θα ηχογραφήσει 60 τραγούδια συνεργαζόμενη με διευθυντές ορχήστρας, όπως οι Jim Lippman και Hugo Winterhalter

Το 1964, ύστερα από μια περίοδο ηχογραφήσεων για την εταιρεία Roulette, θα επιστρέψει στη Mercury και θα ηχογραφήσει μία σειρά από τζαζ κυρίως άλμπουμ, με παραγωγό σε αρκετά από αυτά τον Quinsy Jones.

Στη δεκαετία του ’70 πραγματοποίησε μία εντυπωσιακή επιστροφή και ηχογράφησε μία σειρά από αξιόλογα άλμπουμ σε συνεργασία με σημαντικούς μουσικούς, όπως ο Michel Legrand, τραγούδια του οποίου υπάρχουν στο άλμπουμ της With Micell Legrand σε διεύθυνση ορχήστρας από τον ίδιο. Ο Legrand θα συνεργασθεί μαζί της και στο άλμπουμ Feelin’ Good. Το 1974 θα παρουσιάσει μία εντυπωσιακή διασκευή στο Send In The Clowns Send In The του Stephen Sondheim από το μιούζικαλ Α Little Night Music και αρκετοί θα ισχυρισθούν ότι αυτό το τραγούδι θα είναι το σημαντικότερο στην καριέρα της ξεπερνώντας και το Tenderly, που την είχε κάνει γνωστή στο ευρύ κοινό το 1948.

Το 1977 θα αρχίσει να ηχογραφεί για την Pablo και ο δίσκος της Ι Love Brazil θα της χαρίσει την υποψηφιότητα για τα βραβεία Gramy, για την ίδια εταιρεία θα ηχογραφήσει μαζί με τους Oscar Peterson, Joe Pass και Ray Brown, ενώ ο δίσκος της με τραγούδια των Beatles που είχε κυκλοφορήσει για την Atlantic, θα κυκλοφορήσει τελικά το 1981.

Στη δεκαετία του ’80 περιορισμένες θα είναι οι ηχογραφήσεις της. Το 1982 θα συμμετάσχει στο άλμπουμ του Barry Manilow 2:00 ΑΜ Paradise Cafe, το 1986 στη νέα μεταφορά του South Pacific στο Μπρόντγουεϊ με τη μορφή όπερας και πρωταγωνιστές τους Jose Carreras και Kiri Te Kanawa, το 1987 θα κυκλοφορήσει το άλμπουμ Brazilian Romance με τραγούδια του Sergio Mendes και το 1989 θα έχει μία μικρή συμμετοχή στο άλμπουμ του Quinsy Jones Back In Black τραγουδώντας ντουέτο με την Ella Fitzgerald. Αυτή θα ήταν και η τελευταία ηχογράφησή της σε στούντιο τελειώνοντας μία καριέρα που είχε αρχίσει ακριβώς πριν από 46 χρόνια, το 1943, τραγουδώντας δίπλα στην Ella Fitzgerald στο θέατρο Apollo του Χάρλεμ.

Στις 3 Απριλίου του 1990 θα αφήσει την τελευταία της πνοή, υποκύπτοντας στον καρκίνο που την ταλαιπωρούσε αρκετό καιρό.

~ από uncutstr στο Οκτωβρίου 16, 2009.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: