«Φωτογραφίες στο Παλέρμο» (Palermo Shooting )-(Special Edition)-DVD

Η ζωή του Φιν, ενός παγκοσμίου φήμης φωτογράφου, είναι γεμάτη ένταση και συγκινήσεις. Κοιμάται ελάχιστα, το κινητό του δεν σταματάει να χτυπά, ενώ η μουσική από τα ακουστικά του είναι η πιο σταθερή του σύντροφος. Όταν όμως τα πράγματα ξαφνικά ξεφύγουν από τον έλεγχο, ο Φιν θα ξεκινήσει ένα ταξίδι αφήνοντας τα πάντα πίσω του. Ο δρόμος θα τον οδηγήσει στο Παλέρμο του Ντίσελντορφ, όπου θα βρεθεί κυνηγημένος από έναν μυστήριο άντρα. Παράλληλα όμως, μια καινούργια ζωή θα ξεκινήσει για τον Φιν, μαζί με έναν μεγάλο έρωτα?

Σκηνοθεσία :
 
Βιμ Βέντερς
Παραγωγή :
 
Hanway Films
Ηθοποιοί :
 
Τζοβάνα Μεσοτζιόρνο, Καμπίνο, Ίνγκα Μπους, Ντένις Χόπερ
Γλώσσες:
 
English / Italian / German 5,1 Dolby Surround, English / Italian / German 2.0 Dolby Surround
Υπότιτλοι:
 
 Ελληνικά

~ από uncutstr στο Ιουλίου 13, 2009.

Ένα Σχόλιο to “«Φωτογραφίες στο Παλέρμο» (Palermo Shooting )-(Special Edition)-DVD”

  1. «Σεβόμαστε υπερβολικά τον θάνατο»
    Ο έρωτας και ο θάνατος είναι στο επίκεντρο της νέας ταινίας «Φωτογραφίες στο Παλέρμο» του Βιμ Βέντερς, που την πρωτοείδαμε στο περσινό Φεστιβάλ των Κανών και που αυτές τις μέρες κυκλοφορεί απευθείας σε DVD.

    Πρωταγωνιστής στο μεταφυσικό αυτό θρίλερ είναι ο Φιν, ένας διάσημος φωτογράφος (τον ρόλο υποδύεται ο γερμανός τραγουδιστής της πανκ Καμπίνο), που, ενώ τραβάει ψηφιακές φωτογραφίες με μοντέλο μια έγκυο, κατατρύχεται από εφιάλτες της νεκρής μητέρας του κι ενός μυστηριώδους προσώπου, προσωποποίηση Θανάτου (Ντένις Χόπερ) που μοιάζει να βγήκε από την «Εβδομη σφραγίδα» του Μπέργκμαν. Στη συνάντησή μας με τον Βέντερς, ο δημιουργός κλασικών ταινιών όπως «Ο αμερικανός φίλος», «Παρίσι, Τέξας», «Τα φτερά του έρωτα», μας μίλησε για την νέα του δουλειά, για τον θάνατο αλλά και για τον Αντονιόνι και τον Μπέργκμαν, που πέθαναν ενώ ετοίμαζε την ταινία του.

    -Πιστεύεις πως οι μεσογειακοί λαοί αντιμετωπίζουν τον θάνατο διαφορετικά από τους βόρειους;

    «Ναι, νομίζω ότι αντιλαμβάνονται τον θάνατο καλύτερα, μπορώ να πω τον αποδέχονται. Αντίθετα με τους βόρειους, που δεν μπορούν να τον κατανοήσουν… Στις βόρειες χώρες νιώθουμε υπερβολικό σεβασμό για τον θάνατο».

    -Εσύ πώς τον αντιμετωπίζεις;

    «Οπως όλοι. Φοβάμαι αλλά και πάλι τον έχω γνωρίσει, τόσο από όσους τον αντιμετώπισαν αλλά και από μια δική μου εμπειρία, που αργότερα τη χρησιμοποίησα και σε ταινία μου, στο «Δέκα λεπτά μεγαλύτερος». Ηταν το 1969 στο Μόναχο. Ημουν 24 χρόνων, φοιτητής, και μόλις είχα γυρίσει από ένα πάρτι.

    »Μπήκα στο σπίτι και άρχισα να τρώω ό,τι βρήκα στην κουζίνα, δηλαδή ένα τεράστιο μπολ με γλυκά. Οταν ξαφνικά ήρθε ο ιδιοκτήτης του σπιτιού, είδε το άδειο μπολ και κιτρίνισε. Κάλεσε αμέσως το ασθενοφόρο και έτσι βρέθηκα στο νοσοκομείο, σχεδόν αναίσθητος. Ο σφυγμός μου ήταν 20. Οι γιατροί με κοιτούσαν απελπισμένοι. Στα επόμενα είκοσι λεπτά, όμως, τότε που νόμιζα πως ήταν οι τελευταίες μου στιγμές, άρχισε να με κυριεύει μια γαλήνη. Δεν υπήρχε φόβος, μόνο ειρήνη με τον εαυτό μου. Τελικά, ο διαρκής αυτός φόβος που μας κατατρέχει ίσως να είναι υπερβολικός».

    -Με τον έρωτα ξεγελάμε τον θάνατο;

    «Το να ξεχνάς τον θάνατο σε βοηθάει να αντιμετωπίζεις τη ζωή πιο ήρεμα, πιο λογικά. Το να απορρίπτεις όμως ολοκληρωτικά τον θάνατο είναι σαν να απορρίπτεις τη θνητή σου φύση».

    -Πόσο βοήθησε στην έμπνευση της ταινίας το θέμα της φωτογραφίας;

    «Εδώ και πολλά χρόνια ήθελα να γυρίσω ταινία με θέμα τη φωτογραφία. Μου αρέσει κι εμένα η φωτογραφία, είναι, θα έλεγα, η δεύτερη ασχολία μου. Ολοι συνδυάζουν το θέμα της φωτογραφίας με την ταινία «Μπλόου-απ» του Αντονιόνι. Παρ’ όλο που, στην εποχή της, η ταινία είχε ένα εξαιρετικό σενάριο, σήμερα αυτό δεν μπορεί να επαναληφθεί.

    »Τότε ο φωτογράφος τραβούσε τη φωτογραφία ενός ατυχήματος ή ενός φόνου και μπορούσε να τη μεγεθύνει. Σήμερα όμως, ο συλλογισμός αυτός δεν ισχύει, κανένας δεν μπορεί να αποδείξει ότι αυτό συνέβη, γιατί με την ψηφιακή κάμερα μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, ν’ αλλάξεις τα πάντα. Ακόμη και να τα σβήσεις. Ο,τι ειπώθηκε κι ό,τι γράφτηκε για τη φωτογραφία στον 20ό αιώνα σήμερα είναι απαρχαιωμένα. Διερωτώμαι, μάλιστα, αν κάποιος σαν τον Ρολάν Μπαρτ μπορούσε να φανταστεί πού θα έφτανε σήμερα η φωτογραφία κι αν αυτό θα άλλαζε τη σκέψη του».

    -Γιατί τοποθέτησες την ιστορία στο Παλέρμο;

    «Γνωρίζω το Παλέρμο από τη δεκαετία του ’60. Και τότε ήταν ακόμη μια ερημωμένη πόλη. Είχε τα σημάδια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Ακόμη και σήμερα τα βλέπεις στην παλιά πόλη. Δεν είχα ακόμη σχηματίσει στο μυαλό μου τον συγκεκριμένο ήρωα ούτε την ιστορία. Περπατούσα στο Παλέρμο και προσπαθούσα να σκεφτώ τι μπορούσε να κάνει εκεί ένας διάσημος φωτογράφος που θα εμφανιζόταν ξαφνικά στην πόλη.

    »Απέναντι στο ξενοδοχείο που έμενα ήταν ένα μουσείο. Εκεί ανακάλυψα αυτήν την καταπληκτική τοιχογραφία, με τον θάνατο, που μου ενέπνευσε την ιστορία. Σκέφτηκα πως, αν ήθελα να μιλήσω για τη φωτογραφία, έπρεπε να μιλήσω και για τον θάνατο. Γιατί τα δύο είναι αλληλένδετα. Από την αρχή γνώριζα πως ο φωτογράφος έπρεπε να αντιμετωπίσει τον θάνατο. Η πόλη εμπλούτισε την πλοκή με τη δική της ιστορία».

    -Επιλέγοντας ένα μοντέλο που είναι έγκυος θέλησες να κάνεις κάποιο συσχετισμό ανάμεσα στον θάνατο και τη γέννα;

    «Ταίριαζε στο παζλ της ταινίας: η αρχή της ζωής που ο Φιν φωτογράφιζε και, από την άλλη, ο θάνατος. Βέβαια, ήταν και το γεγονός ότι συνάντησα τη Μίλα Γιόβοβιτς όταν ήταν 6-7 μηνών έγκυος και είχαμε γίνει φίλοι. Γι’ αυτό και μπόρεσα να της ζητήσω να γυρίσουμε μια ταινία στο διάστημα της εγκυμοσύνης της».

    Ολη η πόλη πενθούσε

    -Ποια ήταν η σχέση σου με τον Αντονιόνι;

    «Ανακαλύπτοντας την τοιχογραφία είχα πια καταλήξει πώς θα ήταν η ιστορία μου. Ετσι, πήγα σε μια μικρή πόλη έξω από το Παλέρμο, κοντά στα βουνά, όπου έμεινα σε ένα πανδοχείο και άρχισα το γράψιμο. Εμεινα εκεί δυο βδομάδες, έπινα τον καφέ μου σ’ ένα καφενείο και γνωρίστηκα με τους κατοίκους. Μια μέρα, μου έδειξαν την εφημερίδα που έγραφε πως πέθανε ο Ινγκμαρ Μπέργκμαν.

    »Η «Εβδομη σφραγίδα» του Μπέργκμαν ήταν η μοναδική αναφορά μου στην παρουσίαση του θανάτου στην ταινία μου. Περάσαμε όλη τη μέρα μιλώντας για τις ταινίες του. Ηταν μια θλιβερή μέρα, γιατί τον γνώριζα και τον αγαπούσα, ήταν και ο πρώτος πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου, από τον οποίο πήρα τη σκυτάλη όταν αποχώρησε. Την επόμενη μέρα πήγαινα με το αυτοκίνητό μου και ένας αστυνομικός με σταμάτησε στο σταυροδρόμι. Νόμιζα ότι έτρεχα πολύ, όταν όμως άνοιξα το παράθυρο, έσκυψε μέσα και μου είπε, σχεδόν κλαίγοντας, «πέθανε και ο Μικελάντζελο χτες το βράδυ».

    »Μαζευτήκαμε πάλι όλοι εκεί και όλη η πόλη τον πενθούσε. Κι εγώ έφτιαχνα μια ταινία για έναν φωτογράφο που θα μπορούσε να είναι εκείνος από το «Μπλόου-απ» και παρουσίαζα έναν Θάνατο που θα μπορούσε να είναι εκείνος από την «Εβδομη σφραγίδα»»!

    -Γιατί αποφάσισες να βάλεις για πρωταγωνιστή έναν σταρ της μουσικής ροκ;

    «Η έμπνευση μου ήρθε περισσότερο από τη μουσική παρά από οτιδήποτε άλλο. Η μουσική παίζει πάντα σημαντικό ρόλο στις ταινίες μου. Είχα προσέξει πως αρκετή από τη μουσική ροκ καταπιανόταν με τον θάνατο μ’ έναν εντελώς προσωπικό, ριζοσπαστικό τρόπο. Υπήρχε πίσω από την ταινία το ένστικτο του ροκ-εν-ρολ. Ηθελα να έχω την ίδια ελευθερία μ’ αυτό. Ηξερα πως ο Καμπίνο δεν ήταν ηθοποιός, αλλά γνωρίζω την παρουσία του στη σκηνή και ξέρω πόσο χαρισματικός είναι».

    -Τι σ’ έκανε να διαλέξεις τον Ντένις Χόπερ στον ρόλο του Θανάτου;

    «Οταν είδα τον σκελετό του θανάτου στην τοιχογραφία, κατάλαβα πως ο θάνατος έπρεπε να έχει ανθρώπινο πρόσωπο. Τότε σκέφτηκα τον Ντένις. Επειδή αυτός ο χαρακτήρας πάνω στο άλογο ακόμη και σήμερα είναι τρομακτικός. Ο Ντένις ήταν για μένα ό,τι καλύτερο. Γιατί, ενώ αρχικά τον θεωρείς τρομακτικό, όταν τον βλέπεις γκρο, αναγνωρίζεις μια καλοσύνη σ’ αυτόν.

    »Γνωρίζω τον Ντένις εδώ και 30 χρόνια, βλεπόμαστε συχνά και όσο πιο καλά τον γνωρίζω τόσο περισσότερο διερωτώμαι γιατί τον βάζουν σε τρομακτικούς ρόλους. Γι’ αυτό σκέφτηκα πως πίσω από το κλισέ που είχε δημιουργήσει θα μπορούσε κανείς ν’ ανακαλύψει την ευγενική, καλοσυνάτη πλευρά του. Ο Θάνατος στην ταινία μου έπρεπε να είναι πολύ ευγενικός. Στα γερμανικά η λέξη θάνατος είναι γένους θηλυκού».

    -Οχι όμως στα ελληνικά… Πες μου, όμως, παίζεις μουσική;

    «Επαιζα σαξόφωνο. Αλλά, όταν ήμουν 21 χρόνων, βρέθηκα μπροστά στη βιτρίνα ενός καταστήματος όπου υπήρχε μια 16άρα κάμερα Bolex με τρεις διαφορετικούς φακούς. Την ήθελα τόσο, αλλά δεν είχα αρκετά χρήματα. Γι’ αυτό πήγα το σαξόφωνο στο ενεχυροδανειστήριο και πήρα ακριβώς το ποσό που χρειαζόμουν για ν’ αγοράσω την κάμερα. Μπορούσα, στο διάστημα ενός χρόνου, να πάρω πίσω το σαξόφωνο, αλλά δεν είχα χρήματα. Οσα είχα τα χρησιμοποίησα για να γυρίσω μια μικρού μήκους ταινία. Ετσι, έχασα για πάντα το σαξόφωνο κι αυτό ήταν το τέλος της μουσικής μου καριέρας. Αλλά δεν το μετάνιωσα ποτέ».
    Του ΝΙΝΟΥ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: