J.J. Cale…Ενας αντι-ήρωας του ροκ

Από τον Γιάννη Πετρίδη

Ο J.J. Cale διάβηκε πριν από μερικούς μήνες το κατώφλι των 70 χρόνων, παραμένει όμως συνεπής στα ραντεβού με τους φίλους της μουσικής του και κάθε 5-6 χρόνια μάς δίνει την ικανοποίηση να ακούσουμε νέα τραγούδια του.

Πάντα χαμηλού προφίλ, αυτός ο αντι-ήρωας του ροκ συνεχίζει να επηρεάζει νέους καλλιτέχνες, κάτι που κάνει σταθερά εδώ και αρκετές δεκαετίες. Ανάμεσα σ’ αυτούς που παραδέχονται την επίδραση της μουσικής του στα τραγούδια τους και στον τρόπο παιξίματος της κιθάρας, ξεχωρίζουμε ονόματα όπως οι Eric Clapton, Neil Young, Mark Knopfler, Wilco και πολλοί άλλοι που οδηγούν τις επιρροές του μέχρι τις μέρες μας, σε ονόματα όπως ο Μ. Ward και η Jenny Lewis.

Ο J.J. Cale, με τη σειρά του, θα προσπαθεί από πολύ μικρός να μοιάσει στα διάφορα είδωλα που ανακάλυπτε από τον χώρο του μπλουζ και του ροκ ακούγοντας μουσική στα διάφορα κλαμπ της εποχής. Τα ονόματα που τον άγγιζαν τότε περισσότερο και αργότερα η μουσική τους θα μεταφερθεί στα τραγούδια του, ήταν αυτά των Clarence «Gatemouth» Brown, Chuck Berry, Les Paul, Chet Atkins.

Στα εφηβικά του χρόνια είχε φτιάξει το συγκρότημα Johnny Cale and The Valentines κάνοντας εμφανίσεις σε πολλές από τις γειτονικές πολιτείες της Οκλαχόμα, όπως βέβαια και στην πόλη Tulsa όπου και μεγάλωσε. Ως John Cale θα κυκλοφορήσει το 1958 το πρώτο του σινγκλ με τίτλο Shock Hop. Δύο χρόνια αργότερα θα ακολουθήσει το Troubles, Troubles με το όνομα John Cale Quintet.

Το 1964, ο Cale αφήνει την πόλη Tulsa της Οκλαχόμα και αποφασίζει να δοκιμάσει την τύχη του στην πόλη του Λος Αντζελες, όπως έκαναν και κάνουν πολλοί νέοι μουσικοί τότε και σήμερα.

Ο ιδιοκτήτης ενός γνωστού κλαμπ της πόλης θα είναι αυτός που θα τον ονομάσει J.J., για να ξεχωρίζει από τον άλλο Cale της εποχής, που ήταν ο John Cale των Velvet Underground. Το κλαμπ ήταν το Whiskey Α-Go-Go και ο ιδιοκτήτης του, Elmer Valentine, έβαζε τον J. J. Cale να τραγουδά όταν είχε ρεπό ο Johnny Rivers.

Στο Λος Αντζελες θα συναντήσει τον Leon Russell, που τον γνώριζε από την Tulsa, όταν ήταν απλώς ο Russell Bridges, και αυτός με τη σειρά του τον γνωρίζει στον σημαντικό παραγωγό της μουσικής Snuff Garrett, ο οποίος εκείνη την περίοδο δούλευε με καλλιτέχνες όπως οι Bobby Vee, Brian Hyland, Garry Lewis and the Playboys κ.ά. Ο Cale θα γίνει μηχανικός ήχου για πολλές ηχογραφήσεις τραγουδιστών, όπως ο Pat Boone και η Lesley Gore. Εκεί, σε κάποιο διάλειμμα, θα ηχογραφήσει το 1965 το After Midnight, το οποίο μάλιστα θα κυκλοφορήσει και σε μικρό δίσκο, για να ακολουθήσει στη συνέχεια και ένα άλμπουμ με το όνομα του συγκροτήματος Leather-Coated Minds. Το άλμπουμ αυτό είχε τίτλο Take Α Trip Down On Sunset Strip και το After Midnight υπάρχει σ’ αυτό σαν ορχηστρικό κομμάτι. Σύντομα όμως θα κουραστεί από τη δουλειά στο στούντιο και μέσω του Garrett θα πάει στο Νάσβιλ, όπου αργότερα, με τη βοήθεια του νέου φίλου του Audie Ashworth, θα ηχογραφήσει το πρώτο του άλμπουμ, για το οποίο όμως κανείς δεν έδειξε ενδιαφέρον. Τελικά ο Leon Russell, που είχε δημιουργήσει τη δισκογραφική εταιρεία Shelter, θα το κυκλοφορήσει, χωρίς όμως να συμβεί κάτι το ιδιαίτερο.

Η απόφαση του Eric Clapton να διασκευάσει το After Midnight ύστερα από προτροπή μάλλον του φίλου τού J. J. Cale, Carl Radle, που έπαιζε στην μπάντα του, θα είναι το γεγονός που θα αλλάξει τη ζωή του ιδιότροπου μουσικού από την Οκλαχόμα και θα οδηγήσει σε μια σειρά από σημαντικές διασκευές στα τραγούδια του από μεγάλα ονόματα του ροκ.

Ο Cale όμως θα συνεχίσει να μη θέλει να είναι αυτό που λέμε είδωλο του ροκ και αρνείται να φωτογραφηθεί για τα εξώφυλλα των δίσκων του· Θα χρειασθεί να περάσουν αρκετά χρόνια για να εμφανισθεί με πραγματική φωτογραφία και να γίνει αναγνωρίσιμος από το κοινό. Για τίτλους στα άλμπουμ του θα επιλέγει σύντομες λέξεις, όπως Naturally, Really, Okie, προτιμώντας να εκφράζεται ακόμη και στους τίτλους των δίσκων του λιτά.

Παρά την επιτυχία τού After Midnight, αυτός θα επιλέξει να επιστρέψει στην Tulsa και να ζήσει σε ένα μικρό σπίτι μαζί με τη γυναίκα του και τον σκύλο τους. Παράλληλα θα φτιάξει ένα μικρό προσωπικό στούντιο, όπου και θα ασχολείται με τη μουσική κυκλοφορώντας σε αραιά διαστήματα κάποιο άλμπουμ.

Σε αντίθεση με τα περισσότερα από τα αστέρια της μουσικής, που ψάχνουν καθημερινά τρόπους για να προκαλέσουν την επικαιρότητα, ο J.J. Cale θα εξελιχθεί σ’ ένα είδος Howard Hughes του ροκ εντ ρολ και οι συνεντεύξεις του κατά καιρούς θα είναι ελάχιστες, με τις περισσότερες από αυτές μάλιστα να αναφέρονται σε τεχνικά μουσικά θέματα.

Στο Naturally, που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1972, εκτός από τη δικιά του εκδοχή στο After Midnight, υπάρχουν και τα Crazy Mama, που θα γίνει η πρώτη του προσωπική επιτυχία, το Call Me The Breeze, που θα διασκευάσουν λίγο αργότερα οι Lynyrd Skynyrd, και η όμορφη μπαλάντα με τον τίτλο Magnolia. Την ίδια χρονιά θα κυκλοφορήσει και το δεύτερο άλμπουμ με τίτλο Really. Στη συνέχεια βέβαια ποτέ ξανά δεν θα κυκλοφορήσει δύο άλμπουμ μέσα στην ίδια χρονιά.

Το 1974 θα κυκλοφορήσει το Okie και η διασκευή που έκαναν οι Lynyrd Skynyrd στο τραγούδι του Call Me The Breeze για το άλμπουμ τους Second Helping θα του αποφέρει αρκετά χρήματα για να μετακομίσει σε μεγαλύτερο σπίτι στο Tennessee, όπου και θα φτιάξει και δικό του στούντιο μαζί με τον φίλο και συνεργάτη του Audie Ashworth.

Δύο χρόνια αργότερα θα κυκλοφορήσει το Troubadour, στο οποίο το πρώτο σινγκλ θα είναι το Hey Baby, που θα κάνει μια σύντομη παρουσία μέσα στα 100 πρώτα τραγούδια της Αμερικής. Στη δεύτερη πλευρά του δίσκου θα υπάρχει το Cocaine, το οποίο αρχικά ήθελε να ηχογραφήσει σε τζαζ ύφος, όπως έκανε στις ηχογραφήσεις του ο Mose Allison, αλλά τελικά ο Ashworth τον έπεισε να το κάνει πιο ροκ.

Τον Απρίλιο του 1976 ο Cale παρουσιάζει το άλμπουμ του στην Ευρώπη και σε συναυλία του στο Hammersmith Odeon ο Eric Clapton ακούει το Cocaine και το ηχογραφεί αμέσως για το άλμπουμ του Slowhand. Στα επόμενα χρόνια το Cocaine θα ακούγεται σχεδόν κάθε βράδυ σε όλα τα κλαμπ που έπαιζαν ροκ μουσική, και μάλιστα είναι από τα λίγα κομμάτια της δεκαετίας του ’70 που ακόμη και σήμερα ακούγονται συχνά.

Ο Clapton μάλιστα αργότερα θα δηλώσει ότι το δικό του τραγούδι Lay Down Sally είναι ο ήχος που κάποιος Ευρωπαίος θα μπορούσε να ηχογραφήσει σαν πιο κοντινό σ’ αυτό που δημιουργούσε ο J. J. Cale.

Στο άλμπουμ 5 που θα κυκλοφορήσει το 1979, υπάρχει το Sensitive Kind, το οποίο θα αγνοηθεί όμως από το κοινό, που δεν θα κάνει το ίδιο και στη διασκευή που θα κάνουν στο τραγούδι οι Santana.

Θα ακολουθήσουν τα άλμπουμ Shades 1981, που θα είναι το τελευταίο του για την εταιρεία Shelter, Grasshopper, 1982, που είναι το πρώτο του για τη Mercury, το 8 το 1983 και στη συνέχεια οι κυκλοφορίες του θα αραιώσουν, με το Travel-Log του 1989, το Number 10 το 1992, το Closer Το You το 1994, το Guitar Man το 1996, έναν χρόνο αργότερα το Anyway The Wind Blows, και η ουσιαστική επιστροφή του θα γίνει το 2004, με το άλμπουμ Το Tulsa And Back, που θα οδηγήσει και στη βραβευμένη συνεργασία του με τον Clapton στο Road Το Escondido το 2006.

Τελευταίος του δίσκος είναι, σε ηλικία πια 71 ετών, το Roll On. Πρόκειται για ένα άλμπουμ στο οποίο μας αποδεικνύει για ακόμη μία φορά ότι κάνει συνέχεια αυτό που ξέρει πολύ καλά, δηλαδή να υπνωτίζει τον ακροατή του φτιάχνοντας τραγούδια που ακόμη προκαλούν ενδιαφέρον.

Advertisements

~ από uncutstr στο Ιουλίου 4, 2009.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: