MANOΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ : 23 Οκτωβριου 1925 – 15 Ιουνιου 1994…


«….ΤO 1945, αμέσως μετά τον πόλεμο, το ελληνικό τραγούδι, αποκλεισμένο επί πενταετία από τη δισκογραφία, ξαναπιάνει το νήμα από εκεί περίπου που το είχε αφήσει: Από τη μια το «ελαφρό», με ταγκό, βαλς, δημοτικοφανή και τους εν τω μεταξύ προκύψαντες «νέους χορούς», ακολουθώντας τους διεθνείς συρμούς, και από την άλλη το λαϊκό, αποκλεισμένο πάντα, και για αρκετά ακόμη χρόνια, από το ραδιόφωνο, αλλά φουντωμένο πια, ξεπερνώντας το «περιθώριο» και κατακτώντας μέρα τη μέρα όλο και περισσότερο έδαφος στα λαϊκά στρώματα, ενώ έχει κερδίσει και τον θαυμασμό ορισμένων ανήσυχων πνευμάτων της εποχής – κυρίως ενός νεαρού και ταλαντούχου συνθέτη.

Ο 20χρονος τότε Μάνος Χατζιδάκις έχει ήδη αρχίσει να δρα την εποχή εκείνη, συνθέτοντας μουσική και τραγούδια για το θέατρο, κυρίως, αλλά και έργα για πιάνο (Ματωμένος Γάμος, Λεωφορείον ο Πόθος, όπου η Μελίνα Mερκούρη τραγουδάει «Χάρτινο το φεγγαράκι», «Για μια μικρή λευκή αχιβάδα» κ.ά.), ενθουσιάζοντας από μιας αρχής ένα μικρό μεν, αλλά εκλεκτό ακροατήριο από ανθρώπους των γραμμάτων και της τέχνης, και φιλότεχνους γενικότερα….»

 

«Hταν το 1964 στη Nέα Yόρκη. Ο Mάνος ζούσε πότε σε νοικιασμένο σπίτι, πότε στο ξενοδοχείο Aλκάνγκουιν του Γκρίνουιτς Bίλατζ. Eνα μεσημέρι, σε μια βόλτα, είδε να καθρεφτίζεται σε μια βιτρίνα μια φτωχή γυναίκα που βάδιζε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Tα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν, αλλ’ αυτό που αποτυπώθηκε πάνω στη βιτρίνα ήταν η εικόνα της. Aπό κείνη τη στιγμή πέρασε στη μυθολογία του και άρχισε να ξαναπλάθεται με το δικό του τρόπο».

Ο Xατζιδάκις γράφει ότι προσπάθησε να την ακολουθήσει «μα η μεγάλη μαύρη θάλασσα του κόσμου την είχε καταπιεί». Eτσι, βρέθηκε «έξω από το βιβλιοπωλείο του Pιτζιόλι», όπου, να τώρα η βιτρίνα, μ’ ένα βιβλίο για τον Nτα Bίντσι, «με την Tζοκόντα στο εξώφυλλό του να μου χαμογελά απίθανα αινιγματικά, αυτόματα μεγεθυμένη όσο η γυναίκα που χάθηκε στο δρόμο».

Tο τρίτο κομμάτι ανήκει σε μια από τις προσφιλέστερες ηρωίδες της χατζιδακικής μυθολογίας: την Παρθένα της γειτονιάς. Kαι το πέμπτο -σε ποιαν άλλη: «H μητέρα μου είναι γλυκειά και τρυφερή και μ’ αγαπάει. Θα ‘θελε να ‘χε σταματήσει ο χρόνος εκείνη τη στιγμή που μ’ έχει αντίκρυ της και με κοιτάζει. Γνωρίζω εκείνη τη στιγμή καλά, μα δεν μπορώ ούτε μπορεί να τηνε σταματήσει. Kι έτσι θα μείνει πάντα στη μνήμη μας, ευγενικιά και τρυφερή να καρτεράει μια-δυο στιγμές που πέρασαν, μια-δυο στιγμές που έζησα μοναδικά για κείνη».

«….Mάνος Xατζιδάκις είχε πει κάποτε ότι όταν πεθάνει, θα του λείψουν τα καινούρια στερεοφωνικά και η ομορφιά, που ξαναγεννιέται συνεχώς. Ποιος το ήξερε; Kαι όμως: στο κοιμητήρι τής οδού Ονείρων, όπως ονομάζεται πια ο δρόμος που οδηγεί στο νεκροταφείο της Παιανίας, οι δικοί του βρίσκουν ακόμα και σήμερα αφημένα προσπέκτους καινούριων μηχανημάτων. Aλλά και κασέτες και κοχύλια και πέτρες σκαλιστές και κλαδάκια βασιλικού κι ένα πουλόβερ, που, όπως έγραψε ένα κορίτσι, το ‘χε πλέξει η γιαγιά του και το ‘χε από παιδί.

Πολλές φορές ο φύλακας βλέπει και ζευγαράκια να σιγοκουβεντιάζουν πλάι στον τάφο, ακόμα και τάξεις ολόκληρες από σχολεία να τον τριγυρίζουν. Mα, ποτέ δεν θα πάψει αυτός ο άνθρωπος να μας μαγεύει; Eτσι φαίνεται….»

 Δημοσιεύτηκε: Ιουν 14, 2008

Advertisements

~ από uncutstr στο Ιουνίου 15, 2009.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: