DUSTY SPRINGFIELD Το γυναικείο πρότυπο τραγουδίστριας

Από τον Γιάννη Πετρίδη…

Αν θελήσει κάποιος να ανατρέξει στην ιστορία της σύγχρονης μουσικής των τελευταίων 50 χρόνων θα μπορέσει άνετα να αναφέρει δεκάδες σημαντικά συγκροτήματα και αναρίθμητους τραγουδιστές. Ομως όσον αφορά τις γυναικείες φωνές, είναι σίγουρο ότι μία από τις επιλογές του θα είναι αυτή της Mary Catherine Isabel Bernadette Ο’Brien, που είναι το πραγματικό όνομα της Dusty Springfield.

Το όνομα Dusty το πήρε επειδή είχε γεννηθεί σε μία από τις πιο βρόμικες γειτονιές του βόρειου Λονδίνου εκείνη την εποχή, το Hampstead, 16 Απριλίου του 1939.

Η Dusty δεν έδειχνε ιδιαίτερο ζήλο για την παρακολούθηση των μαθημάτων της στο σχολείο, προτιμούσε να παίζει με την κιθάρα που της είχαν κάνει δώρο οι γονείς της όταν ήταν 11 χρόνων και να ονειρεύεται την επίσκεψή της σε διάφορα μέρη του πλανήτη. Αγαπημένη της πόλη ήταν η Ρώμη.

Οταν τελείωσε το Γυμνάσιο, για κάποιους μήνες έγινε πωλήτρια σε κατάστημα δίσκων, για να ζει από κοντά τον κόσμο της μουσικής. Οταν τελείωνε η ημέρα και αφού ήδη είχε σφουγγαρίσει το πάτωμα του καταστήματος για να εξαφανίσει τα ίχνη των καθημερινών επισκεπτών, γύριζε στο σπίτι της και έπιανε τα αγαπημένα της μουσικά όργανα, την κιθάρα και τα ντραμς. Σύντροφο σ’ αυτήν την καθημερινή ενασχόληση είχε τον κατά 4 χρόνια μεγαλύτερο αδελφό της Dion (ο οποίος αργότερα θα γίνει γνωστός ως Tom Springfield).

Συνεχίζοντας τα μαθήματά της στο σχολείο St. Anne στο δυτικό Λονδίνο, η Dusty θα φτιάξει μαζί με δύο συμμαθήτριές της το πρώτο της συγκρότημα με το όνομα Lana Sisters. Η Dusty θα παίζει ακουστική κιθάρα, θα κάνει φωνητικά και θα διαλέγει το ρεπερτόριο. Σύμφωνα με την ιστορία, το πρώτο τραγούδι που διάλεξε για τις Lana Sisters στη γιορτή του σχολείου τους ήταν το St. Louis Blues της Bessie Smith. Ως μέλος των Lana Sisters θα υπογράψει το 1959 στην εταιρεία Fontana και θα ηχογραφήσει μαζί τους μερικά σινγκλς, όπως τα Chimes Of Arcady και τη διασκευή τους στο (Seven Little Girls) Sitting In Α Back Seat, όμως το δεύτερο θα γίνει επιτυχία με το συγκρότημα των Avons και στην αυθεντική του ερμηνεία, από τον Αμερικανό Paul Evans. Οι Lana Sisters θα κάνουν και περιοδείες μαζί με τον Adam Faith, που ήταν από τους γνωστούς τραγουδιστές της εποχής και η Dusty θα αποκομίσει σημαντικές εμπειρίες.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και αφού ήδη είχε περάσει μερικά χρόνια εργαζόμενη σε διάφορες δουλειές στην πόλη του Λονδίνου, όπως υπάλληλος σε καθαριστήριο, σε άλλο κατάστημα δίσκων και σ’ ένα πολυκατάστημα, η Dusty συνέχισε να κάνει πρόβες με τον αδελφό της στο γκαράζ του σπιτιού τους και παράλληλα άρχισαν να εμφανίζονται μαζί σε διάφορα μικρά κλαμπ, παίζοντας μουσική φολκ και λατινοαμερικανικές μελωδίες. Μαζί με τον φίλο του αδελφού της Tim Feild θα φτιάξουν τους Springfields και θα γνωρίσουν την πρώτη τους επιτυχία σε Αγγλία και Αμερική το 1962, σε μια χρονική περίοδο που οι Βρετανοί καλλιτέχνες που έκαναν επιτυχία εκεί μετριούνταν στα δάκτυλα του ενός χεριού και 15 μήνες πριν από την εμφάνιση των Beatles στο αμερικανικό τσαρτ. Τα μουσικά περιοδικά Melody Maker και ΝΜΕ θα τους χαρακτηρίσουν συγκρότημα της χρονιάς. Θα ηχογραφήσουν ένα δεύτερο άλμπουμ στο Νάσβιλ, αλλά η αποχώρηση του Tim Feild, η φιλοδοξία της Dusty για προσωπική καριέρα και η διάθεση του αδελφού της να αφοσιωθεί στη σύνθεση τραγουδιών, θα οδηγήσει στη διάλυση του συγκροτήματος. Ο Tom θα γράψει γι’αυτήν μόνον ένα τραγούδι, το Losing You, και μετά θα αφοσιωθεί στο συγκρότημα των Seekers. Επίσης η Dusty θα τραγουδήσει και το Summer Is Over που είχε γράψει ο αδελφός της για τον Frank Ifield το 1962. Η ηχογράφηση του πρώτου προσωπικού τραγουδιού για την Dusty θα είναι το Ι Only Want Το Be With You, τραγούδι που θα διαταράξει την κυριαρχία των Βρετανών, οι οποίοι μέχρι τότε μονοπωλούσαν τους καταλόγους επιτυχιών ως μέλη συγκροτημάτων ή άνδρες τραγουδιστές. Παράλληλα με την επιτυχία του στην Αγγλία, το τραγούδι θα φτάσει και μέσα στα 10 πρώτα του αμερικανικού τσαρτ, γεγονός μοναδικό για Βρετανίδα τραγουδίστρια μετά το 1955. Αλλωστε, μετά τους Beatles θα είναι η αμέσως επόμενη που θα ανεβεί με τα τραγούδια της στα 10 πρώτα της Αμερικής, για να ακολουθήσουν στη συνέχεια όλοι σχεδόν οι γνωστοί Βρετανοί καλλιτέχνες της εποχής.

Στη συνέχεια θα γίνει η τραγουδίστρια που θα παρουσιάσει στην Ευρώπη σημαντικούς Αμερικανούς συνθέτες, όπως οι Randy Newman, Jerry Goffin και Carole King, Jerry Raganoy, Burt Bacharach και Hal David, αλλά η μεγαλύτερη επιτυχία της θα προέλθει από την Ιταλία. Είναι η σύνθεση του Pino Donnagio Ιο Che Non Vivo Senza Te, που θα γίνει στα αγγλικά You Don’t Have Το Say You Love Me.

Το 1967 θα μπει στη λίστα αυτών που έχουν ερμηνεύσει με επιτυχία τραγούδια από τη σειρά των κινηματογραφικών ταινίων James Bond, με την κλασική επιτυχία των Bacharach και David The Look Of Love από το Casino Royale.

Το 1968, σε μια σημαντική στροφή στην καριέρα της, υπογράφει για την Αμερική στην εταιρεία Atlantic και με παραγωγούς τους κορυφαίους της εποχής Jerry Wexler, Arif Mardin και Tom Dowd ηχογραφεί το Dusty In Memphis με τη συνοδεία κορυφαίων Αμερικανών μουσικών του Νότου από τον χώρο του ρυθμ εντ μπλουζ.

Το 1970 θα προχωρήσει ακόμη περισσότερο και θα ακολουθήσει το μουσικό ρεύμα της εποχής, που ήθελε μιαν άλλη αμερικανική πόλη, αυτήν της Φιλαδέλφειας, να παίρνει τα σκήπτρα στη μουσική σόουλ. Ηχογραφεί, με ενορχηστρωτή τον Thom Bell και συνθέσεις των Kenny Gamble και Leon Huff, το άλμπουμ Α Brand New Me. Με τον Leon Huff μάλιστα είχε συνεργαστεί για πρώτη φορά το 1964, όταν είχε τραγουδήσει τη σύνθεσή του Live It Up. Μετά από αυτό θα αφήσει το Λονδίνο και θα εγκατασταθεί οριστικά στο Λος Αντζελες, όπου θα ηχογραφεί δίσκους σε πολύ αραιά χρονικά διαστήματα.

Το 1987 κάνει μια σημαντική επιστροφή στη μουσική χάρη στη συνεργασία της με το συγκρότημα των Pet Shop Boys στο τραγούδι What Have Ι Done Το Deserve This, ένα χορευτικό τραγούδι που θα γίνει Νο 2 στην Αμερική. Το ίδιο συγκρότημα θα της κάνει την παραγωγή το 1990 για το άλμπουμ της Reputation, στο οποίο θα υπάρχει η επιτυχία της Nothing Has Been Proved, η οποία θα χρησιμοποιηθεί και στην ταινία Scandal, ενώ την ίδια περίοδο η χρησιμοποίηση του Son Of Α Preacher Man στην ταινία Pulp Fiction θα τη φέρει πιο κοντά στη νεότερη γενιά.

Η Springfield θα πεθάνει από καρκίνο στο στήθος -ο οποίος είχε διαγνωστεί το 1994- τον Μάρτιο του 1999, λίγες εβδομάδες πριν συμπληρώσει τα 60 της χρόνια.

Από την πρώτη της εμφάνιση η Dusty Springfield συνεχίζει να αποτελεί σημείο αναφοράς για τις γυναικείες παρουσίες στο τραγούδι και όχι τυχαία κάθε νέα τραγουδίστρια, όπως η Amy Winehouse, η Adele, η Duffy κ.λπ., πάντα θα συγκρίνεται μαζί της. Η επιτυχία της και το ταλέντο της δύσκολα θα επισκιαστούν από κάποια νεότερη.

Στη μακρόχρονη και επεισοδιακή κατά διαστήματα πορεία της στο τραγούδι θα ερμηνεύσει soul στο ύφος της Μοτάουν, pop σε υψηλό επίπεδο και ρυθμ εντ μπλουζ με ποιότητα που μόνον οι μεγάλοι μαύροι τραγουδιστές από το Μέμφις μπορούσαν να προσφέρουν, στο τέλος της δεκαετίας του ’60. Στην ίδια δεκαετία το όνομά της παίρνει αντάξια μία θέση δίπλα σε φωνές όπως αυτές των Aretha Franklin, Diana Ross, Dionne Warwick και Martha Reeves. Ο Berry Gordy μάλιστα, ιδιοκτήτης της εταιρείας Μοτάουν, την αναφέρει ως μία από τις βασικές αιτίες της επικράτησης της εταιρείας του στη Βρετανία.

Εχουν περάσει 70 χρόνια από την ημέρα που γεννήθηκε η Dusty και 10 από τον θάνατό της, ακούγοντας όμως κανείς πολλούς Βρετανούς καλλιτέχνες που εμφανίστηκαν μετά από αυτήν, ανακαλύπτει συνήθως ένα μικρό κομμάτι από την καταπληκτική φωνή της, μια φωνή με ερμηνείες που συνδύαζαν το μελόδραμα με μια πηγαία έκφραση που έβγαινε κατευθείαν από την καρδιά της.

~ από uncutstr στο Απριλίου 30, 2009.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: