«Η ΣΚΟΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ» (DUST OF TIME) του Θοδωρου Αγγελοπουλου…

 

 

 

 

 

O   αποφασίζει να κινηματογραφήσει την σημαδιακή και πολύπαθη ζωή των γονιών του κι αυτός είναι ο συνδετικός κρίκος του σήμερα με το χθες: η ελληνίδα μάνα του, νέα και όμορφη το 1953 (έτος θανάτου του Στάλιν) που αρχίζει η ιστορία, βρίσκεται εξόριστη στη Σιβηρία. Ο πατέρας του, και μεγάλος της έρωτας μέχρι τέλους, βρίσκεται στην Αμερική. Ο αποχωρισμός σκληρός. Κόντρα όμως στις δυσκολίες, καταφέρνουν να συναντηθούν στη Σιβηρία και καρπός αυτής της σύντομης συνάντησης είναι ο Α. Παιδί πια, ο Α. θα πάει να ζήσει με τον πατέρα του σε άλλη μια σκληρή σκηνή αποχαιρετισμού στο σιδηροδρομικό σταθμό. Η Ιστορία θα χωρίσει άλλη μία φορά την οικογένεια. Μοναδικό αποκούμπι της Ελένης στην 20χρονη εξορία της ο πιστός φίλος Γιακόμπ (Μπρούνο Γκανζ) -πάντα ερωτευμένος μαζί της. Οι τρεις αυτοί άνθρωποι, γερασμένοι πια, θα ξανασυναντηθούν και πάλι στο σήμερα λέγοντας το οριστικό αντίο….

«Είναι μια ερωτική ιστορία που εξελίσσεται μέσα στη μεγάλη Ιστορία», εξηγεί ο Θ. Αγγελόπουλος, που, σύμφωνα με τον Γουίλεμ Νταφόε, «είναι ένα είδος σκηνοθέτη υπό εξαφάνιση! Αφέθηκα στα χέρια του».

«Δεν μπορώ να φανταστώ την προσωπική μας ιστορία ανεξάρτητα από τη μεγάλη Ιστορία», εξηγεί στην κάμερα ο σκηνοθέτης.

«Η μεγάλη Ιστορία σημαδεύει τις ζωές μας και τις τροφοδοτεί ή τις καταστρέφει. Εγώ γεννήθηκα μέσα σε φοβερά γεγονότα για την Ελλάδα και τον κόσμο: το ξημέρωμα του δεύτερου Παγκοσμιου Πολέμου, δικτατορίες, πολέμους, αναζητήσεις ενός πατέρα που είχε συλληφθεί και νομίζαμε ότι είχε εκτελεστεί, τα γεγονότα του ’50 με τις φοιτητικές αναταραχές, τις μετατοπίσεις των ανθρώπων της αριστεράς, εξορίες, φυλακές, μια Ελλάδα άνω κάτω που ποτέ δεν μπόρεσε να συνέλθει από τα τραύματα του εμφυλίου. Υπάρχουν άνθρωποι που περνάνε πάνω από αυτά και τα ξεχνούν. Εμένα με σημάδεψαν».

Οι θερμοκρασίες σε Ρωσία και Καζακστάν φτάνουν τους -25 βαθμούς κελσίου. Τα προβλήματα μεγάλα. Οι κομπάρσοι δεν άντεχαν από το κρύο και σκόρπιζαν. Το ψύχος επηρέαζε και το απαιτητικό μακιγιάζ. Ο Αγγελόπουλος απευθύνθηκε στον έμπειρο Ιταλό Βιτόριο Σοντάνο. «Η σκόνη του χρόνου τι κάνει; Πέφτει», λέει ο νεαρός καλλιτέχνης. «Και αφήνει τα σημάδια της στους γερασμένους πια ανθρώπους. Ομως με -25 οι ηθοποιοί πάγωναν, εμείς παγώναμε, το μακιγιάζ πάγωνε».

Κάποια στιγμή ο Αγγελόπουλος του λέει: «Θέλω να μου κάνεις μια χάρη. Μήνες ψάχνω να βρω κάποιον που να παίξει τον Μισέλ Πικολί νέο. Και τώρα σε βλέπω και είσαι ο καλύτερος. Θα το κάνεις;»

«Μα δεν έχω παίξει ποτέ στη ζωή μου», του απαντά. «Μην ανησυχείς», επιμένει εκείνος. «Ακόμα και βράχους μπορώ να κάνω να παίξουν».

Κάθε χώρα και διαφορετικό συνεργείο. Προβλήματα επικοινωνίας, μεταφράσεις για το καθετί. Ο Αγγελόπουλος προτιμά τα γαλλικά. Ο καιρός δεν είναι πάντα φίλος. Μερικές φορές… έχει ήλιο. Το γύρισμα σταματά για μεγάλα διαστήματα. Το ίδιο και το making of. Και τα έξοδα τρέχουν.

Καζακστάν. Στην πλατεία Τεμιρτάου, ανυψώνεται ένα τεράστιο άγαλμα του Στάλιν. Πλήθος κομπάρσων. Λίγο αργότερα, όλα τα μεγάφωνα της πόλης θα αναγγείλουν τον θάνατο του Στάλιν υπό τους ήχους της Διεθνούς. Οι νεότεροι κομπάρσοι αδιάφοροι, όμως κάποιοι από τους μεγαλύτερους κλαίνε. Κι ας έχουν περάσει χρόνια από το 1953.
Ακόμα πιο δυνατή μια πολυσήμαντη, κατεξοχήν αγγελουπολική σκηνή σε ένα άλλοτε πανέμορφο κτίσμα, ένα παλιό ωδείο -ρημαγμένο σήμερα. Το συνεργείο σπάει ένα παράθυρο για να δημιουργήσει χώρο στην κάμερα, ώστε να τραβήξει τους ήρωες καθώς ανεβαίνουν μια μεγάλη σκάλα. Παντού γύρω τους σκορπισμένα αγάλματα και προτομές του Στάλιν.

Ο σκηνοθέτης εξηγεί: «Το 20ό συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος, στο οποίο προήδρευε ο Χρουστσόφ, έκανε κριτική στον Στάλιν. Μέχρι τότε ήταν θεός. Την άλλη μέρα εξαφανίστηκαν όλα τα αγάλματά του απ’ όλες τις πόλεις και μεταφέρθηκαν σε αποθήκες…».

Μια τέτοια αποθήκη δημιούργησε ο ίδιος στο παλιό αυτό ωδείο, όπου δεσπόζει ένα εκκλησιαστικό όργανο: «Την εποχή του κομμουνισμού ήταν αποκλεισμένο. Δεν μπορούσε να παίξει ούτε σαν μουσικό όργανο». Με την αποσταλινοποίηση, όμως, ξαφνικά το θυμούνται. Θα ηχήσει και πάλι…

«Το τέλος των δικτατόρων είναι το ίδιο. Ελπίζω μελλοντικά να εκπέσουν και άλλες αυτοκρατορίες απ’ αυτούς που αυτή τη στιγμή βάζουν τον κόσμο σε δοκιμασία…», λέει ο Αγγελόπουλος.

Χιόνι παντού (ένα ψυχρό, λευκό πασπάλισμα στα τοπία και τους ανθρώπους), παλιά τρένα και τραμ, δέντρα με πεσμένα φύλλα, εικόνες απίστευτης ομορφιάς, φάτσες που σου εντυπώνονται στο νου… Εικόνες με την υπογραφή του διευθυντή φωτογραφίας Ανδρέα Σινάνου. Το να στηθεί και η παραμικρή σκηνή απαιτεί άπειρο χρόνο -κι όταν όλα είναι έτοιμα, μια χιονόπτωση μπορεί να τα καταστρέψει. Η μουσική της Ελένης Καραΐνδρου, όπως πάντα, δομικό στοιχείο των ταινιών του σκηνοθέτη.

Τα γυρίσματα επεφύλασσαν και μια έκπληξη: την επίσκεψη του Βιμ Βέντερς στο σετ: «Τις ταινίες του Τεό τις έδειξα στους εικοσάρηδες που διαδάσκω σινεμά. Φοβόμουν πως καθώς είναι αργές θα ξένιζαν τα παιδιά, που έχουν μάθει σε ψηφιακές κάμερες. Ομως τρελάθηκαν. Ηθελαν κι άλλο, κι άλλο…».

Advertisements

~ από uncutstr στο Ιανουαρίου 27, 2009.

Ένα Σχόλιο to “«Η ΣΚΟΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ» (DUST OF TIME) του Θοδωρου Αγγελοπουλου…”

  1. Το σημαντικό στη «Σκόνη του χρόνου» δεν είναι η σχέση του σκηνοθέτη με την Ιστορία, αλλά η σχέση του ιδίου με την τέχνη του
    Του Δημητρη Μπουρα

    «Η νέα ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου είναι μια ιστορία χωρίς σύνορα, ένας απολογισμός του περασμένου αιώνα, μέσα από έναν έρωτα που προκαλεί τον χρόνο…» με αυτές τις αράδες περιγράφεται η «Σκόνη του χρόνου» στο δελτίο Τύπου που την συνόδευσε στη δημοσιογραφική της προβολή. Μεγάλες κουβέντες, που συνθλίβουν μια λεξούλα –την ιστορία με ι μικρό- η οποία ποτέ δεν μπόρεσε να βρει μια θέση βολική στο υπερωκεάνειο του Αγγελόπουλου που σηκώνει και πάλι άγκυρα για να διασχίσει τους ωκεανούς του χρόνου. «Η Ιστορία» (με Ι κεφαλαίο) «μας πέταξε στο περιθώριο», μονολογεί στο κατάστρωμα ένας από τους βασικούς χαρακτήρες της ταινίας…

    Ο Αγγελόπουλος περιπλανιέται σαν ξένος μέσα στη ζώσα πραγματικότητα σκηνοθετώντας χωρίς έμπνευση μια χαοτική ταινία, ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος της. Βασανιστικά κοινότοπη γύρω από τα ίδια μοτίβα και τις ίδιες εμμονές, που στοιχειώνουν εδώ και χρόνια έναν δημιουργό ανήμπορο να ανανεωθεί. Το σημαντικό στη «Σκόνη του χρόνου» δεν είναι η σχέση του Αγγελόπουλου με την Ιστορία, αλλά η σχέση του ιδίου με την τέχνη του. Η αδυναμία του να δημιουργήσει μια μυθοπλασία απαλλαγμένη από τον ναρκισσισμό του σκηνοθέτη – υπερανθρώπου. Δεκανίκι σ’ αυτό το μετέωρο βήμα του είναι η ποίηση, αλλά κι εκείνη μάταια αναζητά περιεχόμενο σε ξύλινα λόγια και επιτηδευμένες εικόνες.

    Την αυγή του ’70 ο Αγγελόπουλος αποσπάστηκε από το σώμα του λεγόμενου παλιού ελληνικού κινηματογράφου: μιας βιοτεχνίας που παρήγε διαρκώς το ίδιο προϊόν με διαφορετική κάθε φορά ετικέτα. Σήμερα εμφανίζεται σαν εξόριστος σε ένα τοπίο όπου η ομίχλη καλύπτει, τεχνηέντως, τις ρυτίδες ενός κουρασμένου σινεμά.

    Στη σκιά…

    Το 1974, στον «Θίασο», που αναγνωρίζεται διεθνώς ως μια κορυφαία ταινία, ο Αγγελόπουλος χρησιμοποίησε τη μέθοδο του Μπρεχτ για να αποφορτίσει από το συναίσθημα μια εικόνα της Ελλάδας βαθιά τραυματισμένης και διχασμένης από τον Εμφύλιο. Στη σκιά της Ιστορίας, ο «Θίασος» ήταν αυτάρκης και εύφλεκτος. Δεν χρειαζόταν τον προσωπικό και υπαρξιακό ψίθυρο του δημιουργού για να ανασάνει. Ο Αγγελόπουλος στάθηκε σε απόσταση από τα δρώμενα, ακολουθώντας σαν ένας ψυχρός παρατηρητής ένα μπουλούκι λαϊκών θεατρίνων που μετέφεραν σε διάφορες πόλεις την παράσταση της «Γκόλφως». Ηταν ένας μοντέρνος σκηνοθέτης – δημιουργός (σε αντίθεση με τον σκηνοθέτη – τεχνίτη της τότε ελληνικής κινηματογραφικής βιοτεχνίας) που προκαλούσε τον θεατή σε μια πρωτόγνωρη εμπειρία: το ταξίδι στο χώρο παίρνει διαστάσεις μιας περιπέτειας στο χρόνο, στην οποία ο άνθρωπος είναι μια μικροσκοπική τραγική φιγούρα καθώς παρασύρεται από τη ροή των ιστορικών γεγονότων. Η χαρά, ο πόνος και η μελαγχολία σε ατομικό επίπεδο παράγουν συγκίνηση και όχι νόημα και γι’ αυτό δεν έχουν βαρύνουσα σημασία. Στο νέο τοπίο για τον ελληνικό κινηματογράφο, που φάνηκε στον ορίζοντα με τον Αγγελόπουλο, το νόημα των εικόνων βρίσκεται στη σιωπή και τη μελαγχολία του ελλαδικού τοπίου, που μετατρέπεται σε σκηνικό μιας σύγχρονης τραγωδίας.

    …και στη σκόνη της Ιστορίας

    Το 1984, στο «Ταξίδι στα Κύθηρα», ο Αγγελόπουλος εγκατέλειψε την ουδετερότητα του ασυγκίνητου παρατηρητή. Μπήκε ο ίδιος μέσα στο κάδρο του, άλλοτε κυνηγώντας τη σκιά του σε προσωπικές ιστορίες με φόντο την Ιστορία, κι άλλοτε φλερτάροντας με την ποίηση. Δεν έπαψε ποτέ να μιλάει για τα όνειρα και τις χίμαιρες της Αριστεράς, όμως, στην πραγματικότητα οι ταινίες του είχαν έναν επικαιρικό χαρακτήρα. (Παράδειγμα, το «Βλέμμα του Οδυσσέα», που συνέπεσε με τα 100 χρόνια του κινηματογράφου, έχει ως φόντο τον πόλεμο στα Βαλκάνια αλλά ως πυρήνα της πλοκής και του προβληματισμού του Αγγελόπουλου την αθωότητα του «πρώτου βλέμματος» μέσα από την κάμερα των αδελφών Μανάκη.)

    Στη «Σκόνη του χρόνου» ο Αγγελόπουλος ακολουθεί το alter ego του, τον Γουίλεμ Νταφόε, σαν να παρατηρεί το είδωλό του σε ένα σπασμένο καθρέφτη. Ενας Ελληνοαμερικανός σκηνοθέτης, ο Α, προσπαθεί να ολοκληρώσει ένα φιλμ γύρω από την ιστορία του πατέρα του και της μητέρας του. Παράλληλα, θέλει να χτίσει μια γέφυρα ουσιαστικής επικοινωνίας με την έφηβη κόρη του. Με άξονα αυτό το σχήμα ο Αγγελόπουλος ταξιδεύει σε Ευρώπη και Αμερική διατρέχοντας μια περίοδο από το θάνατο του Στάλιν μέχρι σήμερα.

    Η ταινία είναι ένας κύκλος. Ανοίγει στη Ρώμη στα στούντιο της Τσινετσιτά και κλείνει σε ένα διαμέρισμα στο γκρίζο Βερολίνο. Στο ενδιάμεσο γινόμαστε θεατές μιας άναρθρης ιστορίας με κεντρικό πρόσωπο τη μητέρα του Α, την Ελένη, που βρίσκεται ανάμεσα σε δυο άντρες, τον Ελληνα Σπύρο (ο πατέρας του Α) και τον Εβραίο Γιάκομπ. Η Σιβηρία των γκουλάγκ, η Αμερική του Γουότεργκεϊτ και του Βιετνάμ, ο Καναδάς, το Βερολίνο είναι οι σταθμοί στο χώρο και στο χρόνο. Ο Αγγελόπουλος επαναλαμβάνεται κουραστικά βαδίζοντας ανάμεσα στα θραύσματα της δικής του εικόνας. Στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής μονολογεί παραληρηματικά για το παρελθόν (η μητέρα Ελένη). Προς το τέλος στέκει αμήχανος μπροστά στο μέλλον (η κόρη Ελένη). Σε αυτή την οδύσσειά του πέτυχε ένα ρεκόρ: χρειάστηκε 125 λεπτά της ώρας για λίγα δευτερόλεπτα αληθινής συγκίνησης. Τόσο διαρκεί η σκηνή του τέλους της «Σκόνης του χρόνου». Η μοναδική που πάλλεται από αληθινά συναισθημάτα.

    Δείτε

    «Η Σκόνη του χρόνου» (2008)

    Η 13η ταινία του Θ. Αγγελόπουλου έχει πρωταγωνιστές τον Γουίλεμ Νταφόε, τον Μισέλ Πικολί και την Ιρέν Ζακόμπ, Μπρούνο Γκαντζ. Η μουσική της Ελένης Καραΐνδρου λειτουργεί σαν ραχοκοκαλιά. (Προβάλλεται στις αίθουσες).

    «Ο θίασος» (1974)

    Το Α και το Ω του Θ. Αγγελόπουλου. Η πρώτη φορά που το ελληνικό σινεμά ταξίδεψε πέρα από τα ελληνικά σύνορα, όχι σαν εύπεπτη ηθογραφία, αλλά σαν αισθητικό γεγονός που πλούτισε τον παγκόσμιο κινηματογράφο. Η σκηνή του γαμήλιου τραπεζιού στην παραλία που διακόπτεται βίαια κι όπου για πρώτη και μοναδική φορά το φως του ήλιου σκίζει σαν χαρακιά τη μουντή εικόνα της Ελλάδας, είναι σκηνή ανθολογίας.
    ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 15/2/09

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: